Τριάντα πέντε ποιήματα που κινούνται στο μεταίχμιο του πόθου και της απώλειας, εκεί όπου «του λύκου πείνα» γίνεται ο έρωτας και η ίδια η ζωή. Έμμετρος και ομοιοκατάληκτος, ο λόγος εδώ κρατά τον ρυθμό και τη μουσικότητα του στίχου, μα μιλά για πράγματα διαχρονικά: για τις αγάπες που δεν έγιναν ποτέ, για τη θάλασσα και τα πουλιά που ρεμβάζουν στο πέλαγος, για τον Βαρδάρη που φέρνει «φάλτσες μυρωδιές», για τις τσιγγάνες που διαβάζουν τη γραμμή της καρδιάς, για τον φόβο της νύχτας και τη λύτρωση της ποίησης.
Μέσα από εικόνες που άλλοτε πληγώνουν κι άλλοτε παρηγορούν —ο ήλιος που βουτά στη γη και αποκοιμιέται, το άδειο τρένο με τις σπασμένες ράγες, η σάρκα που γίνεται «διάφανη εσάρπα»— η συλλογή χαρτογραφεί έναν εσωτερικό κόσμο όπου ο πόνος και η ομορφιά αναπνέουν μαζί.
Ποιήματα για να διαβαστούν αργά, δυνατά, σαν να τραγουδιούνται.
«Ήταν η Ποίηση που με έβγαλε απ’ το βάσανο,
αυτή τη γη να περπατώ χωρίς ν’ αγγίζω»